παραμυθία IV




Τότε, σὰν ἦρθε τὸ κακό, χολεριάσθηκα κ᾽ ἐγώ. 
Εἶχα γεννήσει ὀλίγους μῆνες μπροστὰ τὴν μοναχοκόρη, τὴν Κατίγκω μου, αὐτὴ ποὺ βλέπεις. 
Σὰν μ᾽ ἔπιασαν οἱ ἐμετοί, καὶ τ᾽ ἄλλα τὰ συπτώματα, Θεὸς νὰ φυλάῃ ―μακριὰ ἀπὸ σᾶς― ὁ Λευθέρης, αὐτὸς ποὺ βλέπεις, μ᾽ ἀπαράτησε κ᾽ ἔγινε ἄφαντος. 
Πέρασαν πολλὲς ὧρες καὶ δὲν ἐφάνη. 
Ὁ ἀδερφός μου ὁ Θύμιος, κι αὐτός, οὔτε θέλησε νὰ μὲ ζυγώσῃ.

Ἐκαθόμουν στὴν ἐνορία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σ᾽ ἕνα στενὸ σοκάκι, στὴν Ἀκρόπολη ἀποκάτω. Εἶχα τὸ παιδὶ στὴν κούνια, κ᾽ ἔκλαιε. 
Ἐγὼ ὑπόφερνα ἀπ᾽ τοὺς πόνους τῆς ἀρρώστιας, κ᾽ ἐδίψαγα φοβερά. 
Ἐφώναζα νά ᾽ρθῃ κανένας. 
Ἐζητοῦσα ἕνα ποτήρι νερὸ γιὰ ἔλεος. 
Κανένας δὲν ἤρχετο. 
Οἱ γειτόνισσες, ἄλλες εἶχαν φύγει, μὲ τὴν ὥρα τους, στὴν ἐξοχή, κι ἄλλες ἔκαναν τὸν κουφὸ καὶ δὲν ἄκουαν.

Μόνον ἕνας γείτονας, ὁ κὺρ Μικέλης ὁ Φουλδάκης, 
πέρασε τὸ χέρι του ἀπ᾽ τὸ παραθυράκι, 
καὶ μοῦ ἔρριξε ἕνδεκα σβάντζικα*. 
Ἐγὼ τοῦ φώναζα νὰ μοῦ φέρῃ νερό. Ἀλλά, μοῦ εἶπε, δὲν εἶχε, κ᾽ ἔφυγε. 
Ἢ δὲν εἶχε ἀληθινά, ἢ φόβος τὸν ἔπιασε, καὶ δὲν ἤθελε ν᾽ ἀργοπορήσῃ σιμά μου, 
μὴν κολλήσῃ.

Καλὰ καὶ τὰ δέκα σβάντζικα. Λεφτὸ δὲν εἶχα. 
Μὰ εὐχαρίστως θὰ ἔδιδα τὰ δέκα σβάντζικα, γιὰ νὰ μοῦ ἔφερνε κανεὶς ἕνα ποτήρι νερό.

[...]

Σηκώθηκα, κ᾽ ἐβγῆκα ἔξω. Ἔκαμα ὀλίγα βήματα στὸ σοκάκι. 
Ἡ γειτονιὰ ἔρημη. 
Ὁ κόσμος εἶχε φύγει. 
Αὐλόπορτες κλεισμένες. 
Παράθυρα κλειδομανταλωμένα. 
Ψυχὴ δὲν ἐφαίνετο πουθενά.

Ἐπῆγα παραπέρ᾽ ἀκόμα. Ἤξευρα πὼς ἦτον μιὰ βρύση κάπου ἐκεῖ. 
Ἔφτασα, μὲ μεγάλη ἀδυναμία, μὲ κομμένα γόνατα. 
Ξέστριψα μὲ κόπο τὴν κάνουλα τῆς βρύσης. Ὤ, συφορά μου! Τὸ νερὸ εἶχε κοπῆ.

Σηκώνομαι, σέρνουμαι ἀκόμα παραπέρα… 
Δὲν θυμᾶμαι ἂν εἶχα πάρει μαζί μου τὸ κορίτσι μου ἀπ᾽ τὴν κούνια…!”

[...]

“Ναί… ὄχι, δὲν τὸ πῆρα μαζί μου. Εἶχα βγῆ ἔξω γιὰ προσωρινά. 
Τὸ ἕνα πρῶτο γιὰ νὰ βρῶ νερό, κ᾽ ἔπειτα μὲ τὴν ἐλπίδα ν᾽ ἀπαντήσω κανένα γνώριμο… 
νὰ τὸν ἐρωτήσω ἂν εἶδε τὸν ἄνδρα μου πουθενά. 
Χωρὶς ἄλλο, εἶχα σκοπὸ νὰ γυρίσω γρήγορα πίσω, στὸ σπιτάκι μου.

Ἐπῆγα παραπέρ᾽ ἀπ᾽ τὴ βρύση, ποὺ δὲν εἶχε νερό. 
Ἐκεῖ ἀκούω σὰν μουρμουρητό, σὰν σιγανὴ ψαλμῳδία. 
Ἔφτασα ἀπ᾽ ἔξω ἀπ᾽ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους. [...]

Ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς ἦτον ἀνοικτή. 
Βλέπω μιὰ γριά. Ἦτον ἡ κλησιάρισσα. 
Σὰν μὲ εἶδε, φοβήθηκε, κ᾽ ἠθέλησε νὰ κλείσῃ τὴν πόρτα ἀπὸ μέσα. 
Θὰ κατάλαβε ἀπ᾽ τὴν ὄψη μου πὼς ἤμουν μολεμένη. 
Σπρώχνω τὴν πόρτα, φωνάζω.

― Λίγο νερό!… δὲν εἶστε χριστιανοί;

Εἶδα ποὺ εἶχε δυὸ στάμνες ἀκουμπισμένες ἀπὸ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν πόρτα, σιμὰ στὸ παγκάρι. 
Ἡ γριὰ μ᾽ ἐλυπήθηκε, 
ἐσήκωσε τὴ μιὰ στάμνα, ποὺ φαίνεται νὰ εἶχε λίγο νερό, κάτω ἀπ᾽ τὴ μέση, 
καὶ μοῦ εἶπε:

― Κάμε τὶς χοῦφτες σου.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Η Χολεριασμένη

Μποκόρος Χρήστος, Συντροφιά με τον κυρ Αλέξανδρο, λάδι σε ξύλο

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

το σακάκι

Είσαι ο πανσέληνός μου. Γράφε το.

το δικό μας Αίπος

η επίσκεψη

η αναγνώριση

"Η Σκεπή" του Πέτρου

η Ελαφοκυράνη

τι είν' η πατρίδα μας

ανεμοδείκτες και υστερόγραφα

Εν' αλεξιβρόχιον