"Η Σκεπή" του Πέτρου



ΕΙΜΑΣΤΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ή ΤΑ ΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ «Σκεπής»


Τελειώνοντας τη «Σκεπή» του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου τρεις μήνες σχεδόν πριν.

Και να μην έχει ακόμα γαληνέψει στα ράφια των αναγνωσμάτων που έχουν μέσα μου αναπαυτεί. Κάθε λίγο και λιγάκι να επιστρέφει στη σκέψη. Σαν ένα κομμάτι που εκκρεμεί ατακτοποίητο. Ανοικονόμητη, προσδοκώσα, με μια επίμονη αναμονή να μιληθεί. Και τότε αρχίζει ο δικός μου δρόμος προς την επιστροφή σε αυτήν.

«Η Σκεπή» είναι μία δέσμη διηγημάτων. Το καθένα υπάρχει ως λυρικός -γήινος πολύ γήινος- αναβαθμός, ένα σκαλί  που ανεβάζει, οδυνηρά κάποτε -λυτρωτικά- στο επόμενο. Σταματάς για ώρα, μπορεί και μέρες, στο κάθε ένα από αυτά. Ως να στραγγίξει η αιφνίδια αίσθηση, ως να κατακάτσει η πάλλουσα, ανόθευτη, ανάγνωση. Μια σπάνια ανάγνωση, μετρημένη, χαμηλών νεφώσεων διάγνωση. Συχνά το ακούς, δεν το διαβάζεις απλώς, το ακούς να σου το διαβάζει ο ίδιος. Γίνεσαι ο Απέναντι στο ομώνυμο διήγημα, να ακούς, και γύρω να λυσσομανά ο πόλεμος ο επιστήθιος της κάθε μέρας:


«Η φωνή της με παρέσερνε, μαζί με τις λέξεις. Σελίδα τη σελίδα το στήθος μου φούσκωνε, από την ευφορία που σου αφήνει η ανάγνωση, λες και όλα συνέβαινα μπρος στα μάτια μου»

«Ήταν η ίδια που μιλούσε, δική της η ανάσα ανάμεσα στα κόμματα. […]

«Οι λέξεις αντηχούσαν στο στήθος μου, οι προτάσεις κυλούσαν, η ευφορία διογκωνόταν. Και ξάφνου έσπασε ο πάγος μέσα μου, νερά άρχισαν να τρέχουν»

ΑΠΕΝΑΝΤΙ


Πρόσωπα περιπλανιούνται, ξεφεύγουν από τον δρόμο τους, για να μιληθεί η ιστορία τους. Η κερασιά ή η Ελένη, ο Άνθιμος και ο κήπος του, η φωτογραφία στη θέση Εκείνου, ο Λευτέρης, δέσμιος των τυπογραφικών λαθών, ο κυρ Σπύρος και η καρέκλα του «αδειανή, ντυμένη στα λευκά», μες στο χιόνι, η γιαγιά, η σκεπή στη θέση της γιαγιάς, ο Δημήτρης ο Χατζής ο ίδιος, εγκιβωτισμένος με τη Μαργαρίτα Περδικάρη, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, κομπάρσοι της αφήγησης ως πρωταγωνιστές, περιστατικά ζωτικά -θραύσματα καθημερινότητας- σε μια εκ των έσω αφήγηση, αυτοβιογραφική θα μπορούσες να την πεις, αν δεν ήταν κρυφίως εξομολογητική.


«Είμαστε περιτριγυρισμένοι από ιστορίες, ο καθένας έχει τη δική του, ομολόγησα στον εαυτό μου για μία ακόμα φορά»

Η ΑΔΕΙΑΝΗ ΚΑΡΕΚΛΑ


Το κάθε ένα ένας ολόκληρος κόσμος, όμως το νήμα το κρατά αυτός που αφήνει με τον ειρμό του αμοντάριστου πλάνα. ο ίδιος ο συγγραφέας. Είναι εμφανής, οφθαλμοφανής, είναι εκεί. Υπάρχει. Αυτοαναφέρεται που λένε οι σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές. Στροβιλίζεται περί του εαυτού.

Ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος στη «Σκεπή» συμμαζεύει τις ιστορίες του, σα να’ ναι φωτογραφίες ασπρόμαυρες, και τις μαλακώνει, αφού τις γράφει, και μένει αυτή η «σέπια» τρυφερότητα πάνω τους, ως στάγδην ίαση μέσα στη γραφή.

Από τις εικόνες των πιεστηρίων, τα μεταλλικά στοιχεία, τη μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού, εξοστρακίζει την ύπαρξή του, φεύγει, όλο φεύγει, σε μια ενδοσκόπηση, όπως το βύθισμα σε ένα όνειρο που δεν ξέρεις από πού μπήκες, ή όπως το γκάζι να λύνεται σε μια μηχανή.


«Σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβει, όλο και περισσότερο η ματιά του περιοριζόταν στον κήπο του»


Άνθισε μαζί με τα γραπτά του, όπως ο Άνθιμος του διηγήματος άνθισε μαζί με τα φυτά του. Σε μια αφοσίωση που ήταν ξεκάθαρα προσευχή, και η δική του Πεντηκοστή.


«Το σκύψιμό του όμως πάνω τους έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με γονυκλισία»

ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟ

 



Η ΣΚΕΠΗ της «Σκεπής»


Στο διήγημα της «Σκεπής» παύεις υποχρεωτικά -και ίσως για μέρες. Ίσως γιατί η μορφή της είναι κάτι παραπάνω από οικεία. Ίσως γιατί και ο τόπος είναι εξίσου σφηνωμένος στην προσωπική μνήμη. Τα βουνά ανασαίνονται ομφάλια.

Η γιαγιά, Κορυφαία ενός Χορού αόρατων γυναικών, ή κορυφή μιας σειράς κορφών, αβάδιστων, απρόσιτων, ανεπίβατων.


«Ένας κύκλος, έμεναν τα βουνά το Αυγό, η Μαλόραχη, το Τσιγκόρι»




Κάτω χαμηλά, ακούγονται τα νερά του Ασπροπόταμου, εκεί ξεπροβάλλει το σπίτι. Πέτρινο πεπρωμένο με την πλακόστρωτη σκεπή να το σκεπάζει ακόμα. Αφήνει το Αρματολικό και πιάνει τον αμαξιτό δρόμο, δίπλα στο ποτάμι, στο ριζοβούνι. Σταματά δίπλα από το ποτάμι. Το χειμώνα το μονοπάτι χανόταν από τα φουσκωμένα νερά του Αχελώου, την άνοιξη εμφανιζόταν και πάλι.

Εκεί, εικοσιπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα, θα επισκευαστεί η σκεπή.


«Όπως παιδί, άκουσα ακόμη μία φορά τη γιαγιά να διηγείται πώς σκάφτηκαν τα θεμέλια και πώς χτιστάδες από τα Μαστοροχώρια της Ηπείρου, περνώντας στην εδώ πλευρά της Πίνδου, έχτισαν το σπίτι. Τα βράδια ακουμπούσαν το προσκεφάλι τους στους τοίχους που ύψωναν τη μέρα.

Την άκουγα και οι παύσεις της ανάμεσα στις λέξεις μού μιλούσαν δυνατότερα»


Ένας άνθρωπος από τα παλιά, ο μαστροΣτέλιος, αναλαμβάνει οδοδείκτης, ως ο γεροντότερος  των υπαρκτών. Εκεί, μέσα σε αυτό το διήγημα, θα επισκευάσει και ο ίδιος τα «τσιβίκια», τα μικρά κομμάτια πλάκας, θα συγκολλήσει τα θραύσματα, θα αντικαταστήσει με συμπαγή τα σπασμένα, να στήσει ξανά τον «καβαλάρη», τα δοκάρια, να βλέπει μέσα έξω τη μνήμη και το τώρα, που είναι η απουσία  των όσων διεκδικούν τη μνήμη του.


«Δεν ήξερα αν ήμουν πάνω στη σκεπή ή μπαινόβγαινα κάτω στα δωμάτια»


Κάτω, εκεί όπου χάσκει το κενό των προσώπων, αλλά υπάρχουν ακόμα τα αντικείμενα, ένα lacrimae rerum,, το κρεβάτι του παππού, το δωμάτιο του πατέρα και της μάνας, και κείνο το «καλό» δωμάτιο με τα σκεπάσματα που μοσχομύριζαν και τα μπαούλα, οι μηλιές έξω, η γκορτσιά, το βουητό του Ασπροπόταμου, η πέτρα δίπλα του, ο παππούς να τροχίζει τα εργαλεία πάνω της, η μάνα σα να πλένει ακόμα στη βρύση της αυλής, «οι περίεργες σκιές στο ξερό χώμα», οι απόντες, o Μιχάλης, ο φίλος του πατέρα, «το τρέμουλο στη φωνή του», να σπάει με τα χέρια του το ξύλο που τον βάσταγε φεύγοντας, να μην μπορεί ακόμα να συμφιλιωθεί με τον χαμό του φίλου, η θεία στην αυλή να μαζεύει τις πεσμένες πλάκες, το παιδικό σανδαλάκι μες στους αρμούς, η ξύλινη σβούρα -του πατέρα δώρο- σφηνωμένη μες σε δυο δοκάρια, το φιτίλι στα χέρια της γιαγιάς, «το έρρινο λυπητερό μουρμουρητό της», το σώμα της να κουνιέται πάνω-κάτω, οι παρόντες –η ζωή τους μετά. Μετά το αιφνίδιο.




Κι αυτός εκεί, όπως το ανοιχτό σπίτι, να «παραπατά από το κύμα αέρα που πετάχτηκε» από μέσα του, αυτός εκεί, προτού επισκευαστεί η σκεπή, εκτεθειμένος, ανοιχτός, ανεπούλωτος -δάσος γυμνό μες σε χειμώνα.


«Κοίταξα ένα γύρω. Δεν είδα τίποτα, μόνο το σπίτι. Στεκόταν με τα σπλάχνα του εκτεθειμένα, σαν πληγωμένο ζώο».


Αυτό το πληγωμένο θεριό στεκόταν ακόμα. Πάντα ένα σπίτι στέκεται ακόμα. Δεν είναι ο καβαλάρης του, το ξύλο αυτό, «που πάνω του στηριζόταν η σκεπή». Είναι που άνθρωπος – Δένδρος στεριώνει πάντα τα σπίτια:


«Η γιαγιά καθόταν στην πέτρινη πεζούλα, κάτω απ’ το σύρμα για το άπλωμα. Κοιτούσε τη φωτιά και μαζί με το σώμα, κουνούσε και τα μαύρα ρούχα της, πάνω-κάτω. Η μαντίλα τής κάλυπτε το κεφάλι, το σκαμμένο της πρόσωπο έκρυβε κάθε έκφραση. Όλα αυτά τα χρόνια, αυτή ήταν ο καβαλάρης του σπιτιού. Έπλεκε τις πληγές της και τραβούσε μπροστά, και όταν ξαπόσταινε και οι καημοί έβγαιναν από το στήθος της, ανέβαιναν και γίνονταν ένα με τούτο το δοκάρι. Καλύψαμε τον καβαλάρη. Κι άλλο βάρος έπεσε πάνω του. Συνέχιζε να συγκρατεί τη σκεπή. τον έβλεπα και στους ώμους της γιαγιάς»


Θυμούμαι αναπόφευκτα την Πηνελόπη, έναν άλλον -αρχαίο- καβαλάρη, την ομηρική κολόνα που κρατά στερεή τη στέγη, και εκείνη -να την έχει πάντα ο αρχαίος ποιητής- να ακουμπά πάνω της, και εκείνη να γίνεται με τρόπο σιωπηλό η ίδια η κολόνα, η εστία κατ’ ουσίαν, όπως εδώ η γιαγιά το ίδιο το σπίτι.


στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο,

 [η θεία γυναίκα,

στήθηκε στην κολόνα εκείνη που κρατά στερεή τη στέγη]

ΟΔΥΣΣΕΙΑ, α’ στ.333 (και αλλού όμως)


Θυμούμαι τα ποιήματα που’ χουν τη Σκεπή μέσα τους. Και όλα συμμαζεύονται. Και όλα φανερώνονται στο φως.


«Το σπίτι είναι γερό, γι’ αυτό αντέχει. Το κονίαμα φτιάχτηκε με σβησμένο ασβέστη κι έδεσε με την πέτρα»


Η γραφή του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου είναι γερή, γι’ αυτό αντέχει. Φτιάχτηκε με σβησμένες φωνές, ασίγαστα μουρμουρητά, έδεσε με τις λέξεις, τους συνειρμούς, τα ατόφια κομμάτια μνήμης. Τα ανεπίδοτα που έπρεπε να ειπωθούν.




«Με σκεπάρνια και τανάλιες» έβγαλε τα καρφιά. Απελευθέρωσε τα δοκάρια, τα φθαρμένα τσίγκια, άφησε μόνο την «καμινάδα σαν κραυγή». Την ίδια την απώλεια να σημαδεύει.


«Βάθος αποκαλύφθηκε. Το φως εισχώρησε παντού. Προχωρούσα με δρασκελισμούς, από δοκάρι σε δοκάρι. Ζαλιζόμουν. […] Έκανα ένα βήμα, φάνηκε το φωτογώνι. Η φωτιά του μας μάζευε γύρω του τα βράδια»


Εκεί είναι να φτάσει. Να ανάψει και πάλι τη φωτιά στη φωτογώνι. Να φωτίσει μέσα του και να φανερώσει σε εμάς τις σκιές να χορεύουν ή να τραγουδούν αργόσυρτα ένα επιτραπέζιο -κερατζίδικο- των βουνών.


«Εκεί, πάνω στην επισκευασμένη σκεπή ένιωσα τα κομμάτια του εαυτού μου να γίνονται ένα και μια ζεστασιά, που χρόνια είχα χαμένη, ν’ απλώνεται σ’ όλο μου το σώμα. Το βλέμμα μου από τη σκεπή σηκώθηκε ψηλά. Ο ουρανός, ένας, ενιαίος θόλος, τα σκέπαζε όλα προστατευτικά, μαζί κι εμένα»


Κι αφού έφτασε εκεί, ο δρόμος ανοίγει, ξέρεις πού θα πας, ή απλά γίνεσαι ο δρόμος που είναι να βαδίσεις.


«Η σβούρα γύριζε, έγινε το σώμα μου. Τ’ αυλάκια της άνοιγαν, γίνονταν δρόμος. Δρόμος φαρδύς, διαβατός, που ξεκινούσε από πολύ πίσω, απ’ το παρελθόν και έφτανε μακριά, μακριά πολύ, στο μέλλον. Σε τούτο τον δρόμο βρισκόμουν να βαδίζω»

Η ΣΚΕΠΗ

 




«Η Σκεπή» τελειώνει όπως αρχίζει:


«Ζωή είναι αυτή Ζωίτσα μου

ή θάνατος Θανάση μου;»

Η ΚΕΡΑΣΙΑ και ΑΔΕΙΑΝΗ ΚΑΡΕΚΛΑ


Το ερώτημα παρέμεινε αναπάντητο μετά την έξοδό του. Ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος με μια ριπή αναλήφθηκε πριν χρόνια.




«Στο τραπέζι σκόρπιες φωτογραφίες και γράμματα. Ανάμεσά τους και το δαχτυλίδι που φορούσες την τελευταία φορά που σε είδα. Ο κύκλος του, άδειος. πόρτα που οδηγεί σε τόπους όπου τίποτε το γήινο δεν μπορεί να φτάσει».


Από αυτούς τους τόπους υπάρχει και ο ίδιος αλλιώς, μες στον δικαιωμένο τόπο της γραφής, όπου ό,τι ευτελές χάνεται αναπόφευκτα, όσες πομφόλυγες και αν σκόρπισε επί των ημερών του -το φωταυγές όμως της αληθινής γραφής όσο και να τεθεί "υπό τον μόδιον", θα υπάρχει πάντα ο δρόμος να επανέλθει "επί την λυχνίαν" και να φωτίσει με το αδιαπραγμάτευτο φως του. 

 

Όλγα Ντέλλα

20-21 Μαρτίου 2024




[φωτογραφίες: Ιανουάριος 2024,

κάτω από τον Κόζιακα, Πρίνος Τρικάλων.

Το βιβλίο του Πέτρου φωτογραφήθηκε με την ξύλινη σφραγίδα για πρόσφορα 

της γιαγιάς Όλγας, που σκάλισε ο θείος Βαγγέλης Ντέλλας. 

Και με τη ραπτομηχανή της γιαγιάς Ευγενίας από τον Πόντο. 

Οι υπόλοιπες φωτογραφίες την ημέρα της Εξοδίου του θείου Βαγγελάκου Ντέλλα]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

το σακάκι

Είσαι ο πανσέληνός μου. Γράφε το.

το δικό μας Αίπος

η επίσκεψη

η αναγνώριση

η Ελαφοκυράνη

τι είν' η πατρίδα μας

ανεμοδείκτες και υστερόγραφα

Εν' αλεξιβρόχιον