Αλεξάνδρεια


 


Είναι πρωί. ήλιος ξεμύτισε μετά από νυχτερινή βροχή. απλόχερος. κάτι σήμερα θα ζεσταθεί.

αναζητώ στη βιβλιοθήκη "το φιλιατρό του πηγαδιού" του Ζεάμι. δεν το βρίσκω.

κάπου ξεχωρίζει η "Αλεξάνδρεια" του Σαρτόριους. 

την κατεβάζω προτού επισκεφθώ την πραγματική Αλεξάνδρεια.

μετάφραση των ποιημάτων του Γερμανού ποιητή η Νίκη Μαραγκού.

στο τέλος μιλά για τις συμπτώσεις που συνόδεψαν την ίδια μέσα σε αυτό το βιβλίο.

σκέφτομαι τη δική μου, από χτες κρατώ στα χέρια μου -μαγεμένη- τον "τόπο" της κόρης της.


κι από την άλλη, είναι και ο εγκιβωτισμένος Καβάφης στα ποιήματα του Σαρτόριους.

ο Καβάφης, που είναι πιο παρών στην "Αλεξάνδρεια" και από τον ίδιο ίσως τον Σαρτόριους. 

αυτά τα λέω γιατί χτες ήταν ημέρα γενέθλιος του Αλεξανδρινού. 

και οι συμπτώσεις είναι πιο βαθιές απ' ό,τι μπορεί να υποθέσει κανείς.


να σημειώσω, τέλος, την Anna Boghiguian, ζωγράφο, που γεννήθηκε στο Κάιρο

και τη συνάντησε η Μαραγκού, όπως πήγαινε να συναντήσει τον κροκόδειλο 

του Ελληνορωμαϊκού Μουσείου που αναφέρει ο Σαρτόριους στο πρώτο του ποίημα.

τη συναντά. τη βλέπει να συμπορεύεται με τον ποιητή. 

και τους δυο να συνυπάρχουν με την απόκοσμη, βγαλμένη από νωπογραφία, πνοή της Αλεξάνδρειας. 

ή από σοκάκι. σκονισμένο ή λασπωμένο σοκάκι.

Ή όπως λέει η Νίκη Μαραγκου "Ζήτησα να δω τη δουλειά της και μου έδωσε την ίδια αίσθηση με τα

 ποιήματα του Sartorius: ένα βουβό πάθος που ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο κόσμους, 

τον κόσμο του Στράβωνα και τις περιπλοκές του σύγχρονου ανθρώπου".

αν και τα σκίτσα της Anna καταλήγουν σε αίσθηση καρικατούρας, 

όπου εισβάλλει το ελάχιστο χρώμα, η αίσθηση είναι αιθάλης. 

κάτι γκρι -φωτεινό- μέσα στο χυμένο κάρβουνο. 

η μνήμη ίσως, μια απόχρωση μνήμης απ' "ό,τι απέμεινε".


ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ


[...] 

Εκεί καθόταν, ένας Έλληνας

από τις δεκάδες χιλιάδες Έλληνες

χωρίς να αντιλαμβάνεται μισό εκατομμύριο Αιγύπτιους.

Ζούσε σε μια φανταστική Ευρώπη,

ακινητοποιημένη στον Στράβωνα: "το εκπληκτικότερο

εμπορείο του κατοικημένου κόσμου",

τώρα μόνο πέτρες και θάλασσα

και ένα αίσθημα της μέγιστης δυνατής εξαντλήσης.


ΓΑΝΤΖΟΙ ΚΑΙ ΜΑΤΙΑ


[...]

Πολλά οράματα. Πολλές αγάπες.

Σβήσαν σαν μάτια [...].

Και πουθενά μια ένδειξη

γι' αυτό που τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, παρά μόνο

στους στίχους του, που είναι εγκλωβισμένοι στα δικά τους,

και ερεθισμένοι, τούτη την ώρα της νύχτας.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


[...]

Καλοκαίρι. Καλοκαίρι

τ' όνομά του.

[...]

Όταν βρουν το άγγιγμα

δεν σταματούν.



ΟΠΟΙΟΣ ΠΙΝΕΙ ΑΠΟ ΜΕΝΑ


[...]

Η γραφή ακολουθούσε την ανάσα της [...]

Αχ, τα βαριά τα κρόσσια της βροχής.

Ησυχάζει. Αυτός ο στίχος είναι μια σκιά της αγάπης.



Ο,ΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ


Στο ελληνικό προξενείο, κάτω από τη στέγη

και τα δοκάρια που από τη ζέστη κοχλάζουν

και σχίζουν

βρίσκονται τα απομεινάρια: δύο καθίσματα, το σκούρο ξύλο

ξασπρισμένο στους αγκώνες από τον ιδρώτα,

ένας οθωμανικός καθρέφτης με ένθετο ξύλο και κρίκους

όπου κρέμονταν περίεργα μπρούτζινα δοχεία-

έκαιγε ίσως θυμίαμα κάποτε; Όλα

βαριά, γεμάτα σκόνη, τα λαβομάνα

ζωγραφισμένα με rosae hibernicae, η βιβλιοθήκη

μαδημένη και λεηλατημένη.

Τίποτα δεν δένει.

Αν υπήρξε ποτέ ένας ιδιοκτήτης αυτών των πραγμάτων,

τώρα δεν είναι πουθενά, πέταξε πάνω από τη θάλασσα

ή στην αντίθετη κατεύθυνση πάνω από τις αλυκές,

ή βρίσκεται συμπιεσμένος πίσω απ' αυτόν τον καθρέφτη,

με τη σκιά του, τους καθωσπρέπει τρόπους του,

το παλιό φουλάρι, που μ' αυτό κρυβόταν

όταν έβγαινε στην rue d' Anastasi.

Δυσανάγνωστα έχουν γίνει τα απομεινάρια

όπως το νερό πάνω στις πέτρες.

Όπως η λάμψη σβήνει με τη λάμψη.


JOACHIM SARTORIUS, Αλεξάνδρεια. Ένας κύκλος (μτφρ.Νίκη Μαραγκού), Το Ροδακιό, 1999

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

το σακάκι

Είσαι ο πανσέληνός μου. Γράφε το.

το δικό μας Αίπος

η επίσκεψη

η αναγνώριση

"Η Σκεπή" του Πέτρου

η Ελαφοκυράνη

τι είν' η πατρίδα μας

ανεμοδείκτες και υστερόγραφα

Εν' αλεξιβρόχιον