η ορχήστρα της Φωτεινής



Από τότε που έφυγε η Φωτεινή από κοντά μας στην ίδια ορχήστρα την ακούω και τη βλέπω.

συντροφιά με τον φίλο της Νάσο και με όλους τους αγαπημένους, 

δίπλα στο χωραφάκι στον Μόλυβο, πάνω από την Εφταλού,

με το μισό πιθάρι κι απέναντι το άλλο μισό,

με τις λέξεις της,

θραύσματα, κατακαλόκαιρο, σε ήλιο καυτό. μαρτυρικό.

κι είναι σήμερα ο ουρανός για χάρη της ελληνικός,

πιο ελληνικός από ποτέ,

6 χρόνια από τότε.

και έναστρος, και παραθαλάσσιος.

κι ας μη βλέπω σπιθαμή της θάλασσας.

και συνεχίζει να μυρίζει, πιο έντονα από ποτέ, μοναξιά και γλυκάνισο.

το άρωμά της. τ' ολόδικό της.


Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ

Στο σταθμό των επαρχιακών λεωφορείων, ο ήλιος αυγουστιάτικος έκαιγε τα πάντα. Στο βάθος η ζέστη χνώτιζε τους δρόμους. Άνθρωποι ιδρωμένοι ανέβαιναν βιαστικοί στα λεωφορεία, ανυπόμονοι να φτάσουν στα σπίτια τους, να πετάξουν τα παπούτσια, να πιουν δροσερό νερό.

Κάτω από τη φτελιά, μελαχρινός, σαν έπιπλο παλιό, και ιδρωμένος ο Τριαντάφυλλος καθόταν καταγής, ακουμπισμένος στον κορμό του δέντρου. Στα γόνατά του το βιολί και το δοξάρι. Με μάτια κλειστά, ποιος ξέρει πού ταξιδεύει!

Από το λιμάνι έρχεται απαλά στην αρχή και σχεδόν ανεπαίσθητα φύσημα, μια ανάσα. Παύση. Μετά ξαναφυσά. Πιο έντονα σε λίγο και με συνέπεια ο άνεμος αρχίζει να χορεύει με τις εφημερίδες στα περίπτερα, με τα κλαδιά και τα φύλλα των δέντρων, με τα απλωμένα ρούχα, με τα μαλλιά των κοριτσιών, με τις σημαίες στα κατάρτια. Μελτέμι ευλογημένο!

Ο Τριαντάφυλλος αναστέναξε, χάραξε χαμόγελο ευχαριστημένος. Βγάζει άσπρο μαντίλι και το απλώνει στον ώμο του, ακουμπά επάνω το βιολί και αρχίζει να παίζει με το δοξάρι. Οι μισές τρίχες του δοξαριού σπασμένες, έρμαια του μελτεμιού, χόρευαν στο σκοπό του πέρα δώθε. Έπαιζε με πάθος. Τα λεωφορεία έφευγαν ένα ένα για τα χωριά του νησιού αγκομαχώντας καυσαέριο.

Στέκομαι μπροστά του. Οι αλλόκοτες νότες του με περικυκλώνουν, σαν χρυσές κλωστές, με ακινητοποιούν. Με βλέπει πίσω από τη μελωδία του, παίρνει θάρρος και αρχίζει να τραγουδά. Η φωνή του άρθρωνε σιρόπια λόγια. Πλατάγιζαν τα φωνήεντα στα γυμνά του ούλα, πανηγυρικά επέμενε η παιδικότητα σε παράταιρο κορμί.

Το λεωφορείο μου πάει, έφυγε. Η πλατεία έρημη πια. Κολακευμένος από το θαυμασμό μου σηκώνεται και κάνει βαθιά θεατρική υπόκλιση. Τον χειροκροτώ.

-Μπράβο, Τριαντάφυλλε, του λέω. Με μάγεψες!

-Είναι που δεν παίζω μόνος μου, απάντησε. Είμαστε ολόκληρη ορχήστρα: ο άνεμος, τα πουλιά κι εγώ.

Η φιλία, παιδιά μου, είναι πολύτιμη. Αυτό είναι μια αρχαία αλήθεια που κανείς δεν αμφισβητεί. Εγώ θα συμπληρώσω ότι είναι σπουδαίο με το φίλο σου να σε συγκινούν οι ίδιες ιστορίες. Έτσι κι εγώ με το φίλο μου, τον Νάσο, ανταλλάσσαμε ιστορίες. Μας έπαιρναν οι λέξεις από το χέρι και μας πήγαιναν σε τόπους διαφορετικούς ή καμιά φορά και σε αυτούς που ξέραμε και μας τους μάθαιναν αλλιώς.

Όταν λοιπόν το βράδυ της ίδιας μέρας, στο λιμάνι πια του χωριού μας, του είπα την ιστορία που έζησα και που πριν λίγο σας αφηγήθηκα, ο Νάσος μού έδωσε την πληροφορία ότι συχνά κι εκείνος άκουγε τον Τριαντάφυλλό να παίζει μουσική και είχε τη χαρά να συζητά μαζί του. Σε μια τέτοια συζήτηση ο πλανόδιος μουσικός τού είπε: "Για δες ψηλά τον ουρανό. Εγώ τον κάνω ελληνικό, όταν παίζω το βιολί μου!"

Με αυτή τη φράση, ο καλός μου φίλος συμπλήρωσε τη νοστιμιά της μέρας και της ιστορίας μου. Κι εγώ είδα αυτόν τον ουρανό στα μάτια του φίλου μου πιο ελληνικό ποτέ. Ήταν έναστροςπαραθαλάσσιος και μύριζε μοναξιά και γλυκάνισο"



ΦΩΤΕΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

"Η Ορχήστρα" από τα "Εφτά ορφανά μολύβια...εφτά ιστορίες", Ελληνικά Γράμματα, 2008


το σταθμό των επαρχιακών λεωφορείων ο ήλιος έπεφτε μεσημεριανός, αυγουστιάτικος. Έκαιγε λαμαρίνες και άσφαλτο. Στο βάθος η ζέστη χνότιζε τους δρόμους. Άνθρωποι κάθιδροι ανέβαιναν βιαστικοί στα λεωφορεία, ανυπόμονοι στην ιδέα της επιστροφής. Να φτάσουν σε σπίτια σκιερά, να πετάξουν παπούτσια, να ξεδιψάσουν.

Στο διπλανό πάρκο κάτω από τις πυκνές φυλλωσιές, ιδρωμένος και εβένινος, ο Τριαντάφυλλος καθισμένος καταγής ακουμπά στον κορμό του δέντρου. Στα γόνατά του, το βιολί και το δοξάρι. Με μάτια κλειστά, ποιος ξέρει πού ταξιδεύει.

Από το λιμάνι έρχεται απαλά στην αρχή και σχεδόν ανεπαίσθητα φύσημα, μια ανάσα. Παύση. Μετά ξαναφυσά. Πιο έντονα σε λίγο και με συνέπεια ο άνεμος δηλώνει μελτέμι κι αρχίζει να χορεύει με τις εφημερίδες στα περίπτερα, με τα κλαδιά και τα φύλλα, με τα απλωμένα ρούχα, με τα μαλλιά των κοριτσιών και τα άλμπουρα των καϊκιών.

Μελτέμι ευλογημένο! Ο Τριαντάφυλλος αναστέναξε, χάραξε χαμόγελο, κι ως αντιπροσφορά στην ευεργεσία του ανέμου βγάζει ο άσπρο μαντηλάκι και το απλώνει στον ώμο του. Ακουμπά το βιολί κι αρχίζει να παίζει με το δοξάρι, αυτό το σπάνιας εμφάνισης εργαλείο, μιας και οι μισές χορδές στη θέση τους και οι άλλες μισές έρμαια του ανέμου, κομμένες στη μέση, τρίχες ανεμόδαρτες χόρευαν πέρα δώθε.

Έπαιζε, έπαιζε περιπαθητικά. Τα λεωφορεία έφευγαν ένα ένα, αγκομαχώντας καυσαέριο. Στέκομαι μπροστά του. Οι αλλόκοτες νότες με περικυκλώνουν χρυσές κλωστές, με ακινητοποιούν. Με βλέπει πίσω από τη μελωδία του και ένθερμα μπαίνει σε τραγούδι. Η φωνή του άρθρωνε μελένια, πλαταγίζοντας στα γυμνά του ούλα πανηγυρικά την εμμονή μιας παιδικότητας σε παράταιρο κορμί.

Το λεωφορείο μου έφυγε. Η πλατεία, έρημη πια. Κολακευμένος από την καθήλωσή μου, σηκώνεται και κάνει βαθιά θεατρική υπόκλιση. Τον χειρoκροτώ.

«Μπράβο, Τριαντάφυλλε», του λέω, «με μάγεψες!»

«Είναι που δεν παίζω μόνος μου. Είμαστε ορχήστρα: τα πουλιά, ο άνεμος κι εγώ».

Την εμπειρία μου αυτή αφηγήθηκα στον φίλο μου Νάσο Θεοφίλου, κι εκείνος ως ανταπόδοση μου εμπιστεύθηκε ότι συχνά μαγνητοφωνούσε τον Τριαντάφυλλο να παίζει και να μιλά. Σε μια τέτοια καταγραφή ο «ερημόπολις» μουσικός τού είπε: «Τον ουρανό, εγώ τον κάνω ελληνικό!». Έτσι ο Νάσος έβαλε την επωδό σε μια μέρα αλμυρή. Κι εγώ είδα αυτό τον ουρανό στα μάτια του φίλου μου πιο ελληνικό από ποτέ. Ήταν έναστρος, παραθαλάσσιος και μύριζε μοναξιά και γλυκάνι


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

το σακάκι

Είσαι ο πανσέληνός μου. Γράφε το.

το δικό μας Αίπος

η επίσκεψη

η αναγνώριση

"Η Σκεπή" του Πέτρου

η Ελαφοκυράνη

τι είν' η πατρίδα μας

ανεμοδείκτες και υστερόγραφα

Εν' αλεξιβρόχιον