Το ταξίδι IV, Σινά Ι

 








ΣΙΝΑ Ι

3 Μαϊου 2023

«Ακολουθούσαμε τον απάνθρωπο δρόμο που είχαν πάρει, τώρα πάνω από 3000 χρόνια, οι Οβραίοι φεύγοντας από την Αίγυπτο. Η έρημος τούτη που περνούσαμε στάθηκε το φοβερό αργαστήρι όπου πείνασε, δίψασε, αγρίεψε και ψήθηκε η ράτσα του Ισραήλ. Με άπληστο μάτι κοίταζα τους βράχους έναν ένα, παρακολουθούσα το στρουφτιχτό δρόμο μέσα στο φαράγγι, τύπωνα μέσα στο νου μου όλες τις φλεγόμενες οροσειρές. […]

Περνώ τη θεοπλάστρα τούτη αραβίτικη έρημο, κι όλη η σημερινή αγωνία του ανθρώπου σφίγγει τα μελίγγια μου. […]

Θαμαστά ξετυλίγονται δεξά ζερβά μας τα βουνά, τραχύτατα, από πράσινο και κόκκινο γρανίτη. Κάποτε ένα χαριτωμένο πουλάκι πετούσε, μαύρο, με στρογγυλό κάτασπρο κεφάλι».

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



Όσο κατεβαίνει ο ήλιος, τόσο εμείς πλησιάζουμε το Σινά. Τα άγρια όρη επιτίθενται, λεπίδες που στίλβοντας μαλακώνουν από το βασίλεμά του. Ακολουθώ τις λέξεις. Τις λέξεις που τα έχουν χάσει μπρος σε εικόνες ανοίκειες και ξαφνιασμένες ψάχνουν να συναρμολογηθούν, να εξοικειωθούν, να νιώσουν, να μιλήσουν.

Ώρες προηγήθηκαν, μια μέρα ολόκληρη εισόδου στην έρημο, όμως, εδώ είναι το ίδιο το Σινά στο δειλινό του, εδώ είναι το κατώφλι ενός άλλου γαλαξία, του άβατου ίσως τόπου του ιερού.

Σιωπηλά υποδέχομαι τους γρανιτένιους όγκους, δεξιά και αριστερά του περάσματος, σα να ‘μαι στο κατάστρωμα πλοίου που έχει αγκυροβολήσει στην άμμο. Πάνω σε μια διάβαση βρίσκομαι. Μια διάβαση από τον υπόλοιπο κόσμο στην όντως έρημο. Έρημος, λέω, κάτι το σανσκριτικό αναζητώ, ας είναι και ανεπιβεβαίωτο, r-te, το χωρίς να σημαίνει, το εκτός, ένα δίχτυ -rete- λατινικό, ένα rarus -σπάνιο και αραιό. Ψελλίζω, όμως, το μυκηναϊκό του Ομήρου και των άλλων ποιητών. Ψελλίζω e re mo  e re mo  e re mo.  Προτού εγκαταλείψω ακόμα και αυτό.

Τι είναι έρημος; Έρημος είναι το θραύσμα από το χειρόγραφο αριθ.513, ιγ’ αι. της Εθνικής Βιβλιοθήκης. αυτό που λέει είναι η πιο ατόφια έρημος:

«Ακόμη, έλεγαν για την ίδια Γερόντισσα, τη Σάρρα,

πως είχε παραμείνει εξήντα ολόκληρα χρόνια επάνω από ένα ποτάμι,

και ποτέ δεν έσκυψε να ιδεί το νερό του ποταμού».

Σιωπή. Σιωπή. Έξοδος εκ του κόσμου. Σιωπή, έξοδος -εισόδια. Ναι, αυτή είναι η αίσθηση. Εισελεύσομαι εις τα ένδον, είδα την δόξα της σιωπής. Λούστηκα κι ακόμα δεν απελούσθην.

 

 

Τα λόγια υποχρεωτικά λιγοστεύουν. Η νύχτα πέφτει. Ο ήλιος της δύσης χτυπά, χωρίς να φαίνεται, πάνω στις κόψεις των βράχων.

«Ψυχρές ψυχές στο Σινά δεν υπάρχουν» γράφει ο Χιλλ. «Ένα ζεστός αγέρας μού χάιδεψε

το πρόσωπο». Ήμασταν εκεί. Στο κατώφλι της πόρτας του. Στο όρος Χωρήβ. Με την ίδια πίεση στο βλέμμα, τον ίδιο στατικό στροβιλισμό μέσα στο φαράγγι, το μοναδικό πέρασμα του ουρανού επάνω, την εγρήγορση να χωρέσεις στο θαύμα, όπως και όσοι προηγήθηκαν.

«Είχαμε αφήσει πίσω τις καμήλες, ανεβαίναμε βιαστικά το βουνό, λαχταρούσαμε πια ν’ αντικρίσουμε το Μοναστήρι. Λίγο νερό σε μια γούβα, μερικές χουρμαδιές, ένα πέτρινο καλυβόσπιτο. Πιο πέρα ένας σιδερένιος σταυρός στυλωμένος σ’ ένα βράχο. Ζυγώναμε πια.

Κι άξαφνα από την κορφή ενός βράχου η χαρούμενη κραυγή του Καλμούχου:΅

-Ντερ! Μοναστήρι!

Κάτω σ’ ένα άπλωμα, ανάμεσα σε δυο αψηλά βουνά, φάνηκε, τρογυρισμένο με μουράγια σαν κάστρο, το ξακουστό Μοναστήρι του Σινά. Ο σκοπός της πορείας. Πολύ είχα πεθυμήσει στη ζωή μου τη στιγμή τούτη, και τώρα που κρατούσα στα χέρια μου τον καρπό του μεγάλου μόχτου, χαιρόμουν ήσυχα, αμίλητα, και δε βιαζόμουν.»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



er Rahah

Αφού γίνει ο τελευταίος έλεγχος στην κοιλάδα er Rahah, όπου στρατοπέδευσαν οι Ισραηλίτες, περιμένοντας τον Μωυσή από την Αγία Κορυφή, το λεωφορείο μάς αφήνει στην είσοδο των ξενώνων. Κλειδιά μοιράζονται, βεδουίνοι μας οδηγούν, κρατούνε τις βαλίτσες μας, φροντίζουν, ετοιμάζουν, χρόνια τώρα, τα δωμάτια, όπως και την Τράπεζα, όπου σε λίγο θα δειπνήσουμε, ακριβώς στις 7.

Το δωμάτιο λιτό, σαν κελί. Η πόρτα τρίζει. Το παράθυρο ανοίγει. Βάζω ιεροτελεστικά τα ρούχα σε μια ντουλάπα πράσινη, όπως και τα υπόλοιπα έπιπλα. Κοιτώ τους λευκούς, γυμνούς τοίχους. Ακούω ομιλίες αναγνωριστικές των άλλων επισκεπτών από τον απάνω όροφο. Εδώ κάτω τίποτα ακόμα δεν ακούγεται. Γιατί εδώ ακόμα και τα πατήματα ακούγονται. Απ’ έξω μια αυλή. Και δέντρα, φυστικιές και τριανταφυλλιές κόκκινες, ρόδα που χτυπούν πυρακτωμένα στα ήδη φλέγοντα όρη απέναντί μου. Όρη-φράχτης, μου κλείνουν τον ορίζοντα, όμως πραγματικά τώρα δεν τον χρειάζομαι. Το μάτι μου σκαρφαλώνει πάνω τους. Το βλέμμα μου αγκυλώνει σε κάθε απόκρημνο χείλος τους. Είμαι στην κόψη του τόπου. Αραδιάζω τα βιβλία που με συνοδεύουν ακόμα. Τι θα πει ακόμα, ήδη το νιώθω. Όμως, τώρα έχουν ακόμα ισχύ. Τα φέρνω μπροστά μου, τα στολίζω, σχεδόν σκηνογραφώ την παρουσία τους στον τόπο.

Κρατώ στα χέρια μου τον Θεοτοκά. Τον αφουγκράζομαι να περπατά μέσα στο ίδιο μονοπάτι. Τον ακούω. Σχεδόν ψιθυρίζει μέσα μου πράγματα που τώρα ξέρω. Όμως, αυτός φιλοξενήθηκε μέσα στην ίδια τη Μονή. Για μας η πόρτα θα ανοίξει προτού την αυγή.

«Το αυτοκίνητο σταμάτησε εμπρός σε πανύψηλα τείχη. Το ξερό κρύο του βουνού μας χτυπά καταπρόσωπο, μας τονώνει. […] Μέσα από το ζόφο προβάλλουν μερικές σιωπηλές σκιές. Είναι οι βεδουίνοι, υπηρέτες από αιώνες της μονής. Σηκώνουν τα πράματά μας και μας δείχνουν το δρόμο. Διαβαίνουμε την πύλη και προχωρούμε δισταχτικά σ’ ένα στενό, σκεπασμένο, θεοσκότεινο διάδρομο, ως ότου αντηχεί, προς τιμή μας, ο βόμβος της γεννήτριας του ηλεκτρικού ρεύματος και ανάβουν από διάφορες μεριές τα φώτα, στην ερημία του Θεοβάδιστου Όρους».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ

Την επόμενη στιγμή τον εγκαταλείπω. Απεκδύομαι όλες τις αποσκευές μου, εγκαταλείπομαι στο χάδι ενός ανέμου αλλιώτικου. Βγαίνω έξω.

Έξω η νύχτα.


Ένα φεγγάρι, πανσέληνος σε δύο μέρες, ανεβαίνει από το μοναδικό άνοιγμα απέναντι της Μονής. Μπαλκόνι στο αγνάντεμα. Σελήνη πάνω στην ώχρα της δύσης ανέβηκε ακάθεκτη. Αρχίζει το σεργιάνι της, το απαλό αυτό χάδι της πάνω στους άτεγκτους λίθους των κελιών. Απαλή, διακριτική, συνορεύει με το επουράνιο θάμβος, ομοιάζει με το φέγγος των αγίων του Καθολικού –που δεν θα τη δούνε και που δεν την είδανε ποτέ, υποψιάζονται μονάχα το πέρασμά της όπως αυτή εισέρχεται μέσα στους φεγγίτες- στήνει φεγγαρόστρατα πάνω στην ανεμόσκαλα, τις πολεμίστρες, τα τείχη. Εδώ οι εχθροί υπήρξαν παντοίοι. Πιο ισχυροί οι αόρατοι. Αφού όλοι οι άλλοι ήρθανε και περάσανε και σβήσαν. Όμως, οι άλλοι είναι εδώ. Εμφιλοχωρούν. Θυμάμαι ένα ποίημα. Και είναι η πρώτη φορά που αποκωδικοποιώ δημοσίως τα συμφραζόμενά του.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ

Η συμφιλίωσις ήτον στιγμιαία.

Βαθμηδόν αναπετάριζε ο δράκοντας του ξίφους

Ρίπτοντας τον οβολόν του

Μες εις την καρδίαν.



Φαντάζομαι τους μοναχούς, στα 1500 χρόνια συνεχούς ζωής, να περιμένουν το φεγγάρι να ανατείλει από το ίδιο σημείο κάθε φορά. Έτσι, σαν υπόσχεση ομορφιάς, ότι η ζωή συνεχίζεται. Εκείνοι θα εναλλάσσονται, εκείνο θα ανεβαίνει ατόφιο ενώπιόν τους. Ίδιο. Απαράλλαχτο κάθε φορά. Στη Δύση του δίνουμε ονόματα. Παλεύοντας να στήσουμε μυστήρια μέσα στην απογύμνωση. Εδώ υπάρχουμε μέσα στο ίδιο το μυστήριο. Τα λόγια αφοπλίζονται. Το σώμα αναπνέει. Κι εγώ που γράφω τώρα αυτά, στήνω οδοφράγματα στη λήθη, για να επανακτήσουν όλα τον χώρο τους μέσα μου. Να γίνω.

Ακούγονται τσακάλια, ακούγονται σκυλιά, άνεμος, κυπαρίσσια, φυστικιές, φοινικόδεντρα, ακούγονται τσακάλια, ακούγονται σκυλιά, ακούγεται η άρκτος. πάνω μου, μέσα σε αυτό το πέρασμα των γρανιτένιων γιγάντων, ακούγεται η άρκτος.

Οι πρώτοι Βεδουίνοι μάς πλησιάζουν. Είναι οι Γκιμπέλι. Φύλακες αιώνιοι της Μονής. Κρατούν στα χέρια τους πέτρες με απολιθώματα μέσα, μοιάζουν με δέντρο που εμφυτεύτηκε μέσα σε κάθε βράχο από τους βράχους που ορθώνονται μπροστά μου και από όσους ακόμα δεν βλέπω αλλά υποψιάζομαι ότι με περιμένουν στη διάβαση προς την Αγία Κορυφή. «Βάτος» λένε, «βάτος», και μιλούνε για την άφλεκτο προοικονομία του δικού Της προσώπου.  Την πουλούν για ένα τίποτα, για όσους δεν θα ανέβουν να τη βρούνε με τα χέρια τους, για όσους κι αν ανέβουν δεν θα την αποσπάσουν τόσο εύκολα ούτε και να τη σπάσουν θα μπορέσουν. Την άλλη μέρα θα κρατήσουμε στα χέρια μας όστρακα αυτής της βάτου που θα βρεθούν στην άμμο μέσα στη διάβασή μας.

Τώρα, όμως, είναι νύχτα. Η πρώτη νύχτα στο Σινά. Το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης ορθώνεται γίγαντας κι αυτός απρόσιτος και στιβαρός μέσα στη νύχτα. Κομμάτι των ορέων γύρω του. Σάρκα από τη σάρκα τους. Νιώθεις το απροσπέλαστο των τειχών του και την ίδια ώρα λιώνω κάτω από αυτά τα σθεναρά του τείχη. Γονυπετώ από την άσκηση που με αγγίζει ήδη. το να ζεις εδώ, να το έχεις επιλέξει, από μόνο του είναι ίσως η πιο ισχυρή δοκιμασία που μπορείς να επιβάλλεις εθελουσίως στον εαυτό σου. Η άλλη είναι η ίδια η έρημος.

Το πρώτο τάλαντο θα ακουστεί στις 4 τα χαράματα. Στις 5 θα εισέλθουμε στον όρθρο. Είναι νύχτα ακόμη. Όμως, η νύχτα εδώ είναι η όντως νύχτα. Όλα, ακόμα κι ένα σύρσιμο, ακούγονται. Ακόμα και τα πατήματα μιας γάτας, γάτα είναι, στο ξώθυρο. Οι υλακές αντηχούνε μέσα από σημεία αβάδιστα. Τα κουδούνια των κοπαδιών αντηχούν από κάπου κοντά. Όλοι συμμαζεύονται. Η νύχτα έπεσε. Ένας βεδουίνος κάπου ακούγεται, τελευταίος αυτός, προτού ησυχάσει. Η σιωπή θριαμβεύει.

«Το σούρουπο στην έρημο κρατάει ώρα πολλή. Έπειτα ένα μαύρο σεντόνι ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου. Μέσα σε μία στιγμή όλα τα αστέρια ανάβουν μαζί.  Η ζεστή άμμος αποκοιμιέται στην αγκαλιά της δροσιάς.»

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΙΛΛ

Ωσεί χνους εν μέσω ανέμου. Ωσεί χνους εν τη ερήμω. Λέω λόγια. Λόγια χρησμούς. Έρχεται ο Δαυίδ. Εισελαύνει. Τα λόγια του ανεβαίνουν άκοπα στα λόγια μας. Γίνομαι τα λόγια του. Οι ψαλμοί του όλοι. Όσο η σελήνη ανεβαίνει, όσο οι δύο σημαίες κυματίζουν μέσα στη νύχτα. Όσο η νύχτα αλαφραίνει ή χορεύει μέσα στο σιγανό αέρι που’ ρχεται από εκεί που βασιλεύει η όντως έρημος.

Ακούω την παράδοση από τα λόγια του Θεοτοκά και πάλι. Αύριο θα μου δείξουν το ύψωμα όπου διαγράφεται το σώμα της.

«Οι άγγελοι, μας λέει, πήραν τα λείψανα της αγίας απάνω στις φτερούγες τους και τα πήγαν, πέρα από το βουνό του Μωυσή, στην πιο ψηλή κορυφή του Σινά, που ονομάζεται σήμερα όρος της Αγίας Αικατερίνας, αραβικά «Τζέμπελ Κατερίν». Τα ακούμπησαν εκεί, για να τα βρουν οι πιστοί ανέπαφα μια μέρα. Κατά τρόπο θαυμαστό, ο γρανίτης της κορυφής διατηρεί, σ’ ένα σημείο, το σχήμα του σώματός της»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ

Φέρνω μπροστά το όνομά της. Αικατερίνα. Αεικαθαρίνα. «Ελ Κατάρ» στα αραβικά, η σοφή. «Αυτή που έχει τριπλό στέφανο, της σοφίας, της παρθενίας, του μαρτυρίου» η συριακή εκδοχή. Σύμφωνα με τη δική μου, αγαπώ όλες τις Αικατερίνες που έχω γνωρίσει για ανεξήγητο λόγο. Έχουν μέσα τους, νιώθω ενστικτωδώς, έμφυτη μια καλοσύνη που μέχρι αυτή τη στιγμή δεν με έχει διαψεύσει ποτέ.

Το δείπνο ήτανε μια σούπα λιτή, λίγο ρύζι, χούμους, πίτα αράβικη, εδώ στην αυθεντική της μορφή, ένα γλυκό. Νιώθω να μεγαλύνονται τα ουσιώδη. Νιώθω ότι καταρρίφθηκαν όλες οι περιττές, κατεργασμένες διατροφές, υγιεινές εκδοχές του ανόστιμου.

Οι βεδουίνοι μας καληνυχτούν. Αύριο είναι μια πολύ μεγάλη μέρα.

Αυτοί το γνωρίζουν για όποιον φτάνει στο Σινά.

Εμείς το υποψιαζόμαστε.

 



υ.γ.

Γιωργός Θεοτοκάς, Ταξίδι στη Μέση Ανατολή και στο Άγιον Όρος, εκδόσεις Εστία, 1961

Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας [Αίγυπτος, Σινά], εκδόσεις Καζαντζάκη, 1999

Π.Β.Πάσχος, Γυναίκες της Ερήμου [Γεροντικό της ερήμου], εκδόσεις Ακρίτας, 1995

Δημήτρης Χιλλ, Γκεμπελία. Αναμνήσεις από την έρημο του Σινά, Άγρα, 2016

Όλγα Ντέλλα, Βυζαντινό, Αθιβολές, εκδόσεις Το Ροδακιό, 2002

Η ετυμολογία της ερήμου από το «Ετυμολογικό Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, Κέντρο Λεξικολογίας, 2011


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

το σακάκι

Είσαι ο πανσέληνός μου. Γράφε το.

το δικό μας Αίπος

η επίσκεψη

η αναγνώριση

"Η Σκεπή" του Πέτρου

η Ελαφοκυράνη

τι είν' η πατρίδα μας

ανεμοδείκτες και υστερόγραφα

Εν' αλεξιβρόχιον