ένας σταθμάρχης, ένας σημαιοφόρος, δυο ποιητές

 



μιλώντας για ξόρκια ή δρόμους 



Ο Σταθμάρχης Φαλλμεράυερ” του Joseph Roth.1 Εκδίδεται το 1933, τον πρώτο χρόνο της κυριαρχίας των Ναζί στη Γερμανία. Μιλά για έναν έρωτα που βγαίνει στον δρόμο, όταν η ζωή φαινόταν ήρεμη, ασφαλής, αμετακίνητη, σχεδόν χωρίς όνειρα ή ακόμα-ακόμα και την ανάγκη τους.

Από τη στιγμή που εισβάλλει, εξέρχεται αλματωδώς, με βήματα σταθερά, γίνεται ακόμα και γλώσσα, αφού πρώτα υπήρξε δίνη εσωτερική, από αυτά τα κρυφά ρεύματα που οι άλλοι τα αγνοούν αλλά αυτός που τα κυοφορεί ετοιμάζεται ήδη.

Η δίνη του πολέμου ήταν απλώς ο δρόμος, αυτή η ευπρεπής χαραμάδα, που την αρπάζει όποιος είναι να βρει τον δρόμο του στο πρόσωπο του Άλλου. Και τότε ο δρόμος χαράσσεται και για τους δύο. Αρκεί. Όταν ο ένας βγαίνει αψηφώντας, αρκεί για να βρει κι ο άλλος πατρίδα:


Η θύελλα της αγάπης, που από τη μοιραία νύχτα της καταστροφής στο σταθμό του Λ. είχε αρχίσει να φουντώνει στην καρδιά του Φαλλμεράυερ, είχε πια συνεπάρει και τη γυναίκα, την είχε ξεσηκώσει και την είχε πάρει χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι και τη ζωή της, από την πραγματικότητα που ήξερε και ζούσε. Την είχε παρασύρει στον άγριο και άγνωστο τόπο των συναισθημάτων και των σκέψεων. Αυτός ο τόπος ήταν πια η πατρίδα της. Ό,τι κι αν γινόταν στον μεγάλο ανάστατο κόσμο δεν τους ένοιαζε τους δυο τους”.


Ο Μάικλ Χόφμαν στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης, γράφει πως είναι “εφάμιλλος ο “Σταθμάρχης” του Ροτ, της “Κυρίας με το σκυλάκι” του Τσέχοφ, ή με ένα διήγημα του Σοβιετικού συγγραφέα Κονσταντίν Παουστόφκσι, που μου έχει μείνει επίσης αξέχαστο (νύχτα, βροχή, ατμόπλοια στο Βόλγα, ένας αξιωματικός που φέρνει άσχημα νέα, μια χήρα) -και το οποίο, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως χρωστάει κάτι στον Ροτ”.


Το ξεχείλισμα των ποταμών” του Παουστόβσκι,2 γραμμένο το 1952, ίσως να μην είναι το διήγημα για το οποίο ο Χόφμαν μιλά. Είναι όμως αυτό που θυμίζει έντονα την ίδια εσωτερική δίνη, εδώ ο ποιητής Λέρμοντωφ μιλά, ανέβηκαν οι ποταμοί, κλείσαν τα περάσματα απ' την πλημμύρα, η αγαπημένη ταξιδεύει να τον φτάσει, χαίρονται τη μια μέρα, τις δυο μέρες του μαζύ, όταν μαζύ είναι να περπατούν μαζύ, να μιλούν μαζύ, να υπάρχουν την καθημερινότητα μαζύ, να τρώνε μέσα σ' έναν κήπο και να πέφτουν απάνω τους άνθη μηλιάς. 

Κορυφαία στάλα ομορφιάς. 

Λες και δεν είναι δίπλα τους ο πόλεμος. Λες και δεν είναι οι ίδιοι επεισόδιό του. Ανύπαρκτοι, μηδαμινοί, μέσα στη φρίκη της πανούκλας του. Κι ας μην ονομάστηκε ποτέ επιδημία. Και εδώ είναι έτοιμος ο χωρισμός μέσα στη δίνη αυτής της φρίκης, αλλά και της προσωπική τύχης του ποιητή, όταν αργότερα σκοτώνεται σε μια μονομαχία, πόσο αργότερα δηλαδή, αφού είναι μόλις 26 χρονών.

Ο Παουστόβσκι γράφει:

Τον αγαπούσε τάχα; Δεν ήξερε! Όμως αυτός, αν μπορούσε, θα της χάριζε όλη τη γη. Όλη η θέρμη αυτής της αγάπης σωριάστηκε μόνο σ' αυτόν. Τη φύλαγε. Ζούσε μ' αυτή. Στη μοναξιά του ένιωθε ευτυχής. Γι' αυτό χρωστούσε χάρη στην Στσερμπάτοβα. Κι ούτε είχε αξία, αν το' ξερε αυτή αυτό ή όχι. Του ήταν αρκετό που αυτή ζούσε και που ένα περιστατικό τους έσπρωξε σε δρομάκια ζωής που δεν σμίγανε

Ο Ροτ γράφει:

Μάθαινε τη μητρική γλώσσα αυτής της γυναίκας και φανταζόταν ότι μιλούσε μαζί της, στη γλώσσα της. Μάθαινε γλυκόλογα, λέξεις αγάπης, πολύτιμες ρώσικες λέξεις αγάπης. Και μιλούσε μ' εκείνην. Ολόκληρος παγκόσμιος πόλεμος τούς είχε χωρίσει, μα αυτός της μιλούσε. [...] Μέσα του εκείνη ζούσε. τον περίμενε. δε θ ' αργούσε να της μιλήσει


Το σκηνικό πολέμου επιτάσσει την ίδια τη ζωή.

Αν ζωή είναι ο έρωτας, τότε γίνεται πιο επιτακτική η πλήρωσή του.


Το τραγούδι του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε” του Rilke3 προηγήθηκε όλων, αφού εκδόθηκε το 1904, γράφτηκε όμως μέσα σε μια νύχτα του Νοεμβρίου του 1899, όταν ο ποιητής ήταν 26 μόλις χρονών, όπως ο Λέρμοντωφ, όταν σκοτώθηκε, στις 27 Ιουλίου 1841.

Νιώθει κανείς ότι αυτό το νυχτερινό, σχεδόν καθ' υπαγόρευσιν “τραγούδι”, αρμολογεί ποιητικά τις ετερόκλητες, αλλά τόσο συγγενείς μεταξύ τους, νουβέλες. Και την ίδια ώρα χαιρετίζει τη ζωή, μέσα από το σκοτάδι όλων των θανάτων, αφού αν απομονώσεις το απόσπασμα, φανερώνεται η πέρα από κάθε σκηνικό αλήθειά του. 


Η κάμαρα του πύργου σκοτεινή.

Όμως φωτίζουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου με το χαμόγελό τους. Ψηλαφούν μπροστά τους σαν τυφλοί και βρίσκουν ο ένας τον άλλον σαν μια πόρτα. Σχεδόν σαν παιδιά που φοβούνται τη νύχτα, σφίγγονται ο ένας μέσ' στον άλλο. Κι όμως, δε φοβούνται. Δεν υπάρχει τίποτα να τους εναντιωθεί. Μήτε το χθες, μήτε το αύριο -γιατί ο χρόνος κατέρρευσε. Κι εκείνοι ανθίζουν μέσα απ' τα συντρίμμια του”.


Ο χρόνος διαλύεται ή συμπυκνώνεται. Ο Παουστόβσκι το λέει αλλιώς και όμως το ίδιο.

Το σκηνικό του πολέμου σπάει για λίγο. Για τόσο λίγο. Όσο αυτοί κατόρθωσαν να ζήσουν τη μια τους στιγμή του μαζύ -ξόρκι του χαμού.

Όλα τέλειωσαν. Εμείς κλέψαμε απ' αυτόν τον ηλίθιο κόσμο μια μοναδική μέρα...” 

λέει ο Μιχαήλ Λέρμοντωφ.

Γι' αυτές τις δυο μέρες που θα μείνουνε στη θύμηση σαν τα άγια των αγίων, μικρές μέρες, χαμένες μέσα σε χίλιες δυο άλλες μέρες, στο ποτάμι του χρόνου

λέει η Μαρία Στσερμπάτοβα.


Θα' λεγε κανείς πως θα' ταν καλό να διαβαστεί μαζί τους το Απόσταγμα” του Γιώργη Παυλόπουλου, όταν “Το κατώγι”4 που μέσα του βρίσκεται, υπήρξε και αυτό εμπόλεμη θυρίδα. 

Ίσως εν τέλει όλα τα σκηνικά, παραμένουν απλά σκηνικά. 

Αφού το απόσταγμα κατορθώνει και διασώζεται -όταν κατορθώνει- τότε γίνεται χνάρι 

-από αυτά τα αποτυπώματα ότι κάποιοι όντως έζησαν- 

ζωής. 


ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ


Κόντευε να χαράξει και πάνω στο πρόσωπό της

σχεδιασμένο στη στάχτη του κρεβατιού

με το φτερό του ύπνου

είδα να χάνεται το λίγο που έμενε από τη νύχτα.

Κι επειδή πολύ φοβήθηκα τη λησμονιά

έσκυψα στην ανάσα της και πήρα

την πάχνη ενός φιλιού.


Δεν ήταν μήτε η ανάσα της

μήτε το λίγο που έμενε από τη νύχτα

αλλά κάτι φυλαγμένο μέσα μας από καιρό

και πάλευα να το κρατήσω.


Τούτο το απόσταγμα μιας χαραυγής

ήταν ζωή ολόκληρη

ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως.


ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ





1Roth Joseph, Ο σταθμάρχης Φαλλμεράυερ (μτφρ.Μαρία Αγγελίδου), Άγρα, 2021

2Παουστόβσκι Κονσταντίν, Το μέτωπο των λιμνών- Το ξεχείλισμα των ποταμών (μτφρ. από τα ρωσικά Γιώργης Πολιτόπουλος), Ζαχαρόπουλος, 1983

3Rilke Rainer Maria, Το τραγούδι του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε (μτφρ. Αλεξάνδρα Ρασιδάκη), Ροές, 2003

4Παυλόπουλος Γιώργης, Ποιήματα (1943-1997), Νεφέλη, 2001

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

το σακάκι

Είσαι ο πανσέληνός μου. Γράφε το.

το δικό μας Αίπος

η επίσκεψη

η αναγνώριση

"Η Σκεπή" του Πέτρου

η Ελαφοκυράνη

τι είν' η πατρίδα μας

ανεμοδείκτες και υστερόγραφα

Εν' αλεξιβρόχιον